Χιλιάδες κομμένα κεφάλια γύρω μου, κρεμασμένα από τα μαλλιά αιωρούνται ηττημένα.
Και το αίμα τους, η λίμνη που βρέχει τα πόδια μου.
Άκου...
Τα κεφάλια, ξεκίνησαν να τραγουδούν.
Στην αρχή σιγά, διστακτικά.
Μετά πιο δυνατά, ακόμη πιο δυνατά... ουρλιάζουν!
Και τα κεφάλια γίνηκαν στόματα, τεράστιες μαύρες τρύπες που τα ουρλιαχτά τους καρφιά,
μαχαίρια να χώνονται στο κορμί μου.
Με ξεσκίζουν διαπερνούν τη σάρκα μου και με κάνουν χίλια κομμάτια.
Και τα κεφάλια κουνιούνται...
Κουνιούνται στο ρυθμό του ουρλιαχτού και σκάνε κάτω στη ματωμένη λίμνη.
Επιπλέουν και στριφογυρνώντας πλησιάζουν τα κομμάτια μου, που τα χώνουν με τη λύσσα του θανατωμένου βαθιά μέσα στο αίμα.
Με πνίγουν...
Και έτσι κάπως πέθανα, από τα κεφάλια που ο ίδιος έκοψα και το αίμα που έχυσα,
Εγώ! ο αφέντης αυτού του κόσμου.
